Σήμερα, ἀγαπητοί μου, εἶνε Ψυχοσάββατο. Τί θὰ πῇ Ψυχοσάββατο; Σάββατο τῶν ψυχῶν. Ἐπ᾽ αὐτοῦ ἂς ποῦμε λίγες λέξεις...
Τὸ σημερινὸ ὅμως Σάββατο εἶνε ἐξαιρετικό· ὀνομάζεται Ψυχοσάββατον. Γιατί ὀνομάζεται ἔτσι; Διότι σήμερα ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία ὥρισε νὰ τελοῦμε γενικὸ μνημόσυνο τῶν νεκρῶν. Καὶ τοῦτο γιὰ τοὺς ἑξῆς τρεῖς λόγους.
Ο Πρῶτος λόγος. Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι δὲν πεθαίνουν ὑπὸ ὁμαλὲς συνθῆκες· δὲν ἐκπνέουν στὸ σπίτι, ἔχοντας δίπλα τους τὰ προσφιλῆ πρόσωπα· δὲν συνοδεύονται ὅλοι στὴν τελευταία κατοικία ἀπὸ συγγενεῖς καὶ φίλους· δὲν ψάλλεται σὲ ὅλους ἡ νεκρώσιμος ἀκολουθία· δὲν γεμίζει τὸ φτυάρι ὁ ἱερεὺς μὲ χῶμα καὶ νὰ πῇ «Γῆ εἶ καὶ εἰς γῆν ἀπελεύσῃ» (Γέν. 3,19 καὶ Ἐξόδ. ἀκολ.).
Γι᾽ αὐτὸ λοιπὸν ὥρισε ἡ Ἐκκλησία νὰ τελοῦμε σήμερα γενικὸ μνημόσυνο, γιὰ νὰ περιλαμβάνῃ καὶ ὅλους αὐτοὺς ποὺ ὁ κόσμος λησμονεῖ.
Ἂν ὁ κόσμος καὶ οἱ δικοί τους τοὺς λησμονοῦν, ἡ Ἐκκλησία, ἡ «γλυκειὰ μάνα» ὅπως εἶπε ὁ ποιητὴς Κρυστάλλης, δὲν τοὺς λησμονεῖ. Κάθε φορὰ ποὺ τελεῖ τὴ θεία λειτουργία θυμᾶται τοὺς νεκρούς, κατ᾽ ἐξοχὴν δὲ σήμερα. Αὐτὸς εἶνε ὁ πρῶτος λόγος.
Ὁ δεύτερος λόγος ποὺ τελοῦμε γενικὸ μνημόσυνο εἶνε, ὅτι αὔριο ξημερώνει Κυριακὴ τῆς Ἀπόκρεω, μιὰ ἡμέρα ποὺ ἀστράφτει καὶ βροντᾷ.
Διαβάζεται τὸ φοβερώτερο εὐαγγέλιο, τὸ εὐαγγέλιο τῆς Κρίσεως· ἀνατριχιάζει ὁ ἄνθρωπος ὅταν τ᾽ ἀκούει. Κατ᾽ ἐμὲ ἡ Κυριακὴ αὐτὴ ἀπὸ γαστρονομικῆς ἀπόψεως λέγεται «τῆς Ἀπόκρεω», ἀπὸ πνευματικῆς ὅμως ἀπόψεως πρέπει νὰ λέγεται Κυριακὴ «τῆς Κρίσεως».
Τί λέει τὸ εὐαγγέλιο; Ἔτυχε κανεὶς ἀπὸ σᾶς νὰ εἶνε κατηγορούμενος, καὶ μάλιστα σὲ ἡμέρες δύσκολες, νὰ ὁδηγῆται στὸ δικαστήριο, ἡ καταδίκη νά ᾽νε σίγουρη, καὶ νὰ σκέπτεται πῶς θ᾽ ἀπολογηθῇ;
Ὅπως λοιπὸν ὁ ὑπόδικος περιμένει τὴν ἡμέρα τῆς δίκης, ἔτσι κ᾽ ἐμεῖς –νὰ εἶστε ἑκατὸ τοῖς ἑκατὸ βέβαιοι–, κ᾽ ἐγὼ ποὺ σᾶς μιλῶ κ᾽ ἐσεῖς ποὺ μ᾽ ἀκοῦτε καὶ ὅλα τὰ δισεκατομμύρια τῶν ζώντων καὶ τῶν νεκρῶν, θὰ παρουσιαστοῦμε ὑπόδικοι ἐνώπιον τοῦ Κυρίου. Κριτής μας θὰ εἶνε ὁ ἐσταυρωμένος Λυτρωτής.
Θὰ μᾶς κρίνῃ μὲ νόμο ὄχι ἀνθρώπινο ἀλλὰ μὲ τὸ Εὐαγγέλιο, ποὺ εἶνε ζυγαριὰ φαρμακείου, ζυγίζει καὶ τὸ τελευταῖο γραμμάριο, καὶ τὸν τελευταῖο δηλαδὴ λογισμό· οἱ σκέψεις, τὰ λόγια, τὰ ἔργα μας θὰ παρελάσουν ἐνώπιον τοῦ Κυρίου σὰν κινηματογραφικὴ ταινία. Θὰ δικαστοῦμε. Καὶ πρέπει ν᾽ ἀνησυχοῦμε γιὰ τὸν ἑαυτό μας, τί ἀπολογία θὰ δώσουμε.
Ν᾽ ἀνησυχοῦμε καὶ γιὰ τοὺς νεκρούς μας· ποῦ θὰ πᾶνε, στὴν κόλασι ἢ στὸν παράδεισο; Ποῦ βρίσκονται ὁ πατέρας, ἡ μητέρα, οἱ συγγενεῖς; Καὶ στὴ ζυγαριὰ ξέρετε ὅτι, καθὼς ἀμφιταλαντεύεται, λίγο βάρος τὴν κάνει νὰ γείρῃ πρὸς τὸ ἕνα μέρος.
Λίγα γραμμάρια ἀπαιτοῦνται· μιὰ προσευχὴ δηλαδή, ἕνα μνημόσυνο, λίγες ἐλεημοσύνες εἶνε ἱκανὲς κατὰ τὴν ὀρθόδοξο πίστι νὰ κλείνουν τὴ ζυγαριὰ δεξιά – ἀλλοίμονο ἂν κλείνῃ ἀριστερά. Δεξιὰ εἶνε ὁ παράδεισος, ἡ ἀνέκφραστη μακαριότης· ἀριστερὰ κόλασις.
Ἐπειδὴ λοιπὸν αὔριο σαλπίζει ἡ σάλπιγξ τοῦ ἀρχαγγέλου, γι᾽ αὐτὸ σήμερα, ἐν ἀναμονῇ τῆς παγκοσμίου κρίσεως, κάνουμε μνημόσυνα γιὰ ν᾽ ἀνακουφίσουμε τοὺς νεκρούς.
Καὶ τρίτος λόγος εἶνε, ὅτι πρέπει νὰ θυμώμαστε διαρκῶς τὸ θάνατο, ποὺ εἶνε μία πραγματικότης. Ὅπως ἔλεγαν καὶ οἱ ἀρχαῖοι πρόγονοί μας, «ὅρος φιλοσοφίας μνήμη θανάτου»· ἂν θέλῃς νὰ βρῇς τὴν ἀλήθεια καὶ νὰ ζῇς σὰν ἄγγελος, νὰ θυμᾶσαι τὸ θάνατο· σὲ παίρνει καὶ σὲ ἀνεβάζει σὲ ἄλλη σφαῖρα.
Πήγαινε στοὺς τάφους, στάσου ἐκεῖ λίγα λεπτὰ καὶ πές· Ἄχ μάνα, γιατί νὰ σὲ λυπήσω· ἄχ πατέρα, γιατί νὰ σὲ πικράνω· ἄχ ἄντρα, γιατί νὰ σὲ ἀτιμάσω· ἄχ γυναίκα, γιατί νὰ σὲ ἀπατήσω· ἄχ παιδί μου, γιατί νὰ σὲ ἀμελήσω. Ἐάν, ἀντὶ νὰ διανυκτερεύουμε στὰ κέντρα διασκεδάσεως, πηγαίναμε ἐκεῖ, κανένας δὲν θὰ ἁμάρτανε.
Εἴμαστε Χριστιανοί, ἀλλ᾽ ἂς διδαχθοῦμε ἀπὸ ἕνα πρόγονό μας πρὸ Χριστοῦ. Εἶνε ὁ Μακεδὼν Φίλιππος, ὁ πατέρας τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου.
Αὐτὸς εἶχε ὁρίσει, κάθε πρωί, μόλις ἀνατέλλει ὁ ἥλιος, ἕνας στρατιώτης νὰ παρουσιάζεται ἐνώπιόν του καὶ νὰ τοῦ λέῃ· «Φίλιππε, μέμνησο ὅτι θνητὸς εἶ»· ἂν καὶ εἶσαι βασιλιᾶς κ᾽ ἐξουσιάζεις λαούς, πρόσεξε γιατὶ θὰ πεθάνῃς. Αὐτὰ ὁ Φίλιππος.
Ἐνῷ ἐμεῖς, ἀποφεύγοντας μὲ κάθε τρόπο τὴ μνήμη τοῦ θανάτου, καὶ τὰ γραφεῖα κηδειῶν τὰ μετωνομάσαμε «γραφεῖα τελετῶν», νὰ μὴ μᾶς τὸν θυμίζουν. Μνημονεύετε τοῦ θανάτου! εἶνε ὁ καλύτερος δάσκαλος, χαρίζει τὰ μεγαλύτερα διδάγματα.
Ἀδελφοί μου, δὲν εἴμαστε ὑλισταὶ καὶ ἄπιστοι, ὥστε νὰ λέμε «Μετὰ θάνατον μηδέν». Ὄχι μηδέν! Οἱ νεκροὶ ζοῦν καὶ θ᾽ ἀναστηθοῦν. Δὲν ὑπάρχει μεγαλύτερη πραγματικότης ἀπὸ τὴν ἀλήθεια τῆς ἀναστάσεως τῶν νεκρῶν.
ΠΗΓΗ και πλήρες άρθρο:
https://www.romfea.gr/pneumatika/6774-ti-einai-to-psuxosabbato

